δεκάστεγος

δεκά-στεγος, ον,
A ten stories high,

πύργος Str.15.3.7

, Ath.Mech.11.8.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεκάστεγος — δεκάστεγος, ον (Α) αυτός που έχει δέκα στέγες ή δέκα ορόφους …   Dictionary of Greek

  • δεκάστεγος — ten stories high masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκάστεγον — δεκάστεγος ten stories high masc/fem acc sg δεκάστεγος ten stories high neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαστέγου — δεκάστεγος ten stories high masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεκαστέγους — δεκάστεγος ten stories high masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέκα — Άκλιτο, απόλυτο αριθμητικό (10). δέκα . Πρώτο συνθετικό λέξεων, που χρησιμοποιείται για τον σχηματισμό πολλαπλών μονάδων, των οποίων η πολλαπλότητα είναι ίση με 10. Συμβολίζεται διεθνώς με da (π.χ. 1 dam = 10 μ.). Στην οργανική χημεία, ως πρώτο… …   Dictionary of Greek

  • ՏԱՍՆԱՅԱՐԿ — ( ) NBH 2 0848 Chronological Sequence: 10c ա. δεκάστεγος . Ունօղ տասն յարկս ʼի վերայ իրերաց. տասը խաթով. ... *Կայր աշտարակ տասնայարկ. (յն. δωδεκάστεγος . երկոտասանայարկ.) Պտմ. աղեքս …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.